(με στοιχεία από το βιβλίο του Νίκου Θεοδοσίου “Στα Παλιά τα σινεμά”)
Η πρώτη κινηματογραφική προβολή στη Θεσσαλονίκη κι η δεύτερη στον ελλαδικό χώρο πραγματοποιήθηκε το 1897. Τότε η Θεσσαλονίκη ανήκε τότε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ευημερούσε ως άτυπη πρωτεύουσα των Βαλκανίων. Το γεγονός κατέγραψε με μια μικρή είδηση η εφημερίδα Journal de Salonique στις 4 Ιουλίου 1897:
Ο κινηματογράφος έκανε χθες το ντεμπούτο του στην σάλα του Καφέ- μπυραρία Η Τουρκία. Οι περίεργες φωτογραφίες, ζωντανεμένες από την πρωτότυπη αυτή ανακάλυψη, εξελίσσονταν μπροστά σ’ ένα έκπληκτο κοινό, που δεν έπαψε ούτε στιγμή να θαυμάζει ένα τόσο θελκτικό θέαμα. Μερικές στιγμιαίες εμφανίσεις τοπίων των Παρισίων, έκαναν να στεγνώσει το σάλιο στα χείλη μας. Αισθάνεται κανείς να χτυπά η καρδιά της μεγάλης πρωτεύουσας μέσα από τις κινούμενες εικόνες, που σε κάνουν να γνωρίσεις το Παρίσι καλύτερα από κάθε λεπτομερή περιγραφή. Όλη η Θεσσαλονίκη τρέχει το απόγευμα που λειτουργεί ο κινηματογράφος στις ενδιαφέρουσες αυτές στο ύψιστο βαθμό προβολές. Πρόκειται αναντίρρητα για την πιο διασκεδαστική εφεύρεση του αιώνα μας. Ελπίζουμε ότι οι συμπολίτες μας θα θελήσουν να κάνουν τη γνωριμία της.
Μια όμορφη και γλαφυρή περιγραφή αυτού που συνέβη στην Θεσσαλονίκη κατά την πρώτη κινηματογραφική προβολή βρίσκουμε στο μυθιστόρημα του Enrique Saporta Y Beja ” Tριγύρω στο Λευκό Πύργο”.
Χάρη στη συμβολή της ηλεκτρικής εταιρίας εγκαταστάθηκε στην πόλη μας και ο πρώτος κινηματογράφος. Στην αίθουσα της «Αλάμπρα» (όπου ονομάστηκε έτσι από έναν Σεφαραδίτη Εβραίο στη μνήμη της Γρανάδας, πόλης των προγόνων του) τοποθέτησαν ότι χρειαζόταν για την προβολή. Ήταν ένα “καφέ σαντάν”, που οι εξυπνάκηδες το ονόμαζαν “καφέ σεϊτάν” (καφενείο του διαβόλου).
Μια μέρα μετά το τέλος του κανονικού προγράμματος που αποτελούνταν από διεθνή νούμερα άρχισαν οι ετοιμασίες για την πρώτη προβολή.
Όλοι τους ήταν περίεργοι να δουν αυτό τον νεωτερισμό που ερχόταν από τη Γαλλία. Μετά την “εισαγωγή”, ένα μεγάλο λευκό ύφασμα σαν σεντόνι απλώθηκε πάνω στη σκηνή. Το στερέωσαν κι από τις δύο πλευρές με κάτι σπαγγάκια, περασμένα σε κουμπότρυπες κι ένας υπάλληλος το κατάβρεξε με ένα ποτιστήρι.
Γύρω από το κατάβρεγμα της οθόνης, που έγινε πλέον συνήθεια τα επόμενα χρόνια, δημιουργήθηκε ένας ολόκληρος μύθος. Οι πιο πολλοί το αναφέρουν σαν ένα αξεδιάλυτο μυστήριο και άλλοι το αποδίδουν στην καθυστέρηση των πρώτων κινηματογραφιστών που έβρεχαν, λεει, την οθόνη για να έχουν πιο καθαρές και λαμπρές εικόνες. Αλλά το κατάβρεγμα γινόταν για να συσταλθεί και να τεντώσει καλά το πανί!
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην αφήγηση του Enrique Saporta y Beja.
«Tα φώτα έσβησαν και ακούστηκε ο θόρυβος του προβολέα που λειτουργούσε. ένας τίτλος, λιγάκι τρεμάμενος, εμφανίστηκε στην οθόνη “L’ ARROSEUR ARROSE” (O ποτιστής ποτίζεται). Οι θεατές έβλεπαν πως ο παλιός “μαγικός φανός”, ο χαμένος στην ακινησία του, έβγαινε από την αδράνεια και αποκτούσε κίνηση. Οι περιπέτειες του ποτιστή που ποτίζεται ξεσήκωσαν τα γέλια όλων. Μεσολάβησε μια μικρή διακοπή, μέχρι να ετοιμαστεί το δεύτερο έργο. Κάποιος φιλύποπτος θεατής, νομίζοντας πως υπάρχουν ηθοποιοί που παίζουν πίσω από την οθόνη, ανέβηκε στη σκηνή. Διαπίστωσε όμως πως δεν ήταν κανένας εκεί.
Το έργο που ακολούθησε ήταν η απόδειξη για εκείνους που αμφέβαλαν ακόμα. Τα φώτα έσβησαν ξανά και φάνηκε ο τίτλος : “ENTREE DU TRAIN EN GARE DE LA CIOTAT”. Φάνηκε στην αρχή μια σιδηροδρομική γραμμή κι όταν ξεπρόβαλε μια ατμομηχανή που κατευθυνόταν προς το κοινό, ο κόσμος άρχισε να φωνάζει από φόβο. Και ο φόβος ήταν τόσο μεγάλος που μεταβλήθηκε σε πανικό. Ο κόσμος έφευγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, παραμερίζοντας ή παρασύροντας τα καθίσματα. Σε ένα λεπτό η αίθουσα άδειασε. Κι έτσι το βράδυ, δεν χρειάστηκε να παίξουν το “AU REVOIR ET MERCI” για να αναγγείλουν το τέλος του προγράμματος, μουσική σύνθεση που οι Σαλονικιοί αποκαλούσαν κοροϊδευτικά “Ασιχτίρ μαρς”.
Ολύμπια
Η πρωτοπόρος Θεσσαλονίκη αποκτά πρώτη, από το 1903 κιόλας, χειμερινή αίθουσα για κινηματογραφικές προβολές. Πρόκειται για το Θέατρο ποικιλιών «Ολύμπια», που βρισκόταν στην παραλία και καταστράφηκε στη φοβερή πυρκαγιά του 1917. Ο ηθοποιός και θεατρώνης Πλούταρχος Ιμπροχώρης συνεταιρίστηκε με το φωτογράφο Λάιτμερ, που πήγε στην Ευρώπη και έφερε μηχανήματα προβολής. Έτσι το «Ολύμπια» μετεξελίχθηκε σε κινηματογράφο και πρόβαλλε ταινίες αρχικά τα Σαββατοκύριακα. 9 Στην Αθήνα ο κινηματογράφος απόκτησε μόνιμη στέγη μόλις το 1908.
Ανάλογη ατμόσφαιρα και στη Θεσσαλονίκη για την οποία το Έθνος (Θεσσαλονίκης) της 22 Δεκέμβρη 1910 σημειώνει χαρακτηριστικά: «Κατεκλύσθη κυριολεκτικώς η πόλις μας από κινηματογράφους».
Σε αντίθετη, φαινομενικά, πορεία αυτή τη χρονιά η Θεσσαλονίκη, δεν φτιάχνει κινηματογράφους για να δεχτεί την «ανωτέραν τάξιν» αλλά τους ξένους στρατιώτες που θα κατακλύσουν την πόλη. Στην παραλία υπήρχε ένα μεγάλο παράπηγμα που το χρησιμοποιούσαν για αποθήκη. «Όταν το 1915 ήρθαν τα Συμμαχικά στρατεύματα, γράφει ο Κ. Τομανάς, ο έξυπνος επιχειρηματίας Σεγούρα έστρωσε το πάτωμα της αποθήκης με χονδρά καδρόνια, έφτιαξε μιαν όμορφη πρόσοψη, της έβαλε χρωματιστά λαμπιόνια, εγκατέστησε κι ένα ηλεκτρικό κουδούνι που χτυπούσε διακεκομμένα, μεγάλη καινοτομία για την εποχή εκείνη και το ΣΙΝΕ ΜΟΝΤΕΡΝ ήταν έτοιμο να δεχτεί την πολύχρωμη και πολύγλωσση πελατεία του».
Από το 1922 αρχίζουν να έρχονται οι ξεριζωμένοι πρόσφυγες. Τα καράβια καθημερινά ξεφορτώνουν εκατοντάδες χιλιάδες εξαθλιωμένους ανθρώπους, κυρίως γυναίκες και παιδιά. Επιστρατεύονται κάθε είδους χώροι για να τους στεγάσουν, αποθήκες, σχολεία, θέατρα και κινηματογράφοι. Κινηματογράφοι που δέχτηκαν πρόσφυγες ήταν το Πανελλήνιον στη Θεσσαλονίκη, ο «Σαρλώ» στον Πειραιά, που καταστράφηκε από πυρκαγιά, και ένας άλλος στη συνοικία της Αγίας Σοφίας στην ίδια πόλη
Ο κινηματογράφος ΠΑΤΕ κατεστραμένος από την πυρκαγιά του 1917
Η παρουσίαση κάποιου άλλου θεάματος σαν συμπλήρωμα του κινηματογραφικού, δημιουργούσε καμιά φορά προβλήματα. Ο Αιμ. Δημητριάδης θυμάται από την Θεσσαλονίκη την εποχή του βωβού:
Για να βελτιωθεί η ποιότητα του προγράμματος και για να προσελκύουν περισσότερους θεατές συνήθιζαν να παρουσιάζουν στα διαλείμματα μεταξύ δύο προβολών κάποιο τραγουδιστή ή μια τραγουδίστρια του λυρικού θεάτρου που με τη συνοδεία πιάνου ή μικρής ορχήστρας διασκέδαζαν το κοινό και δημιουργούσαν πρόβλημα γιατί όταν τέλειωνε το έργο, ο κόσμος έμενε στις θέσεις του για να δει και να ξαναδεί την ατραξιόν και δεν μπορούσαν να καθίσουν οι νέοι θεατές που σπρώχνονταν στους διαδρόμους και στο χωλ διαμαρτυρόμενοι. Άλλοι κινηματογράφοι είχαν κάποιο νούμερο ακροβατικό ή κωμικό και αργότερα μερικοί κυρίως θερινοί είχαν ολόκληρο πρόγραμμα και τους έλεγαν Σινέ-Βαριετέ.
Το 1926 σύμφωνα με μία επίσημη στατιστική, την οποία παραθέτει ο Φ. Ηλιάδης, στην Ελλάδα υπήρχαν 71 κινηματογράφοι: 13 στην Αθήνα, 6 στον Πειραιά, 7 στη Θεσσαλονίκη, 5 στην Καβάλα, 4 στο Βόλο, 3 στα Χανιά, από δύο σε Ηράκλειο, Κόρινθο, Καλαμάτα, Λαμία, Μυτιλήνη, Ξάνθη, Πάτρα και από ένας σε Αγρίνιο, Αργοστόλι, Αμαλιάδα, Άργος, Αίγιο, Αλεξανδρούπολη, Γαργαλιάνους, Δράμα, Έδεσσα, Ιωάννινα, Κομοτηνή, Κέρκυρα, Πρέβεζα, Πύργο, Σύρο, Σάμο, Τρίκαλα, Τίρναβο και Χίο. Σίγουρα όμως αυτή η στατιστική είναι ελλιπής.
Διονύσια
Το χτίσιμο ενός νέου κινηματογράφου είναι σημαντικό γεγονός, αποτελεί δείγμα της προόδου μιας πόλης και προβάλλεται καταλλήλως. Είναι πολύ χαρακτηριστική η αναγγελία των εγκαινίων του πολυτελούς Θεσσαλονικιώτικου κινηματογράφου ΔΙΟΝΥΣΙΑ στις 26 Νοεμβρίου 1926 που, δυστυχώς, γκρεμίστηκε τα χρόνια της χούντας:
ΑΙ ΠΡΟΟΔΟΙ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Σήμερον τελούνται τα εγκαίνια του νέου Κινηματογράφου “Τα Διονύσια”. Τα “Διονύσια” κρίνονται ως το τελειότερον οικοδόμημα του είδους εν Ανατολή και από απόψεως αρχιτεκτονικής και από απόψεως διακοσμήσεως. Περιλαμβάνει μετά των θεωρείων 1000 καθίσματα.
Με εξαιρετικά θορυβώδη τρόπο ξεκινά τη λειτουργία του, το Νοέμβριο του 1930, ο κινηματογράφος Ηλύσια της Θεσσαλονίκης αφού για την επιλογή του ονόματός του διενεργήθη δημοψήφισμα! Ο ανταποκριτής του Κινηματογραφικού Αστέρος δεν κρύβει τον θαυμασμό του για το νέο απόκτημα της πόλης που πιστεύει ότι της δίνει προβάδισμα έναντι της Αθήνας.
Την παρελθούσαν Κυριακήν ήνοιξε τας πύλας του ο νέος Κινηματογράφος «Ηλύσια» ένα αληθινό κομψοτέχνημα και στόλισμα δια την πόλιν μας. Αι εξωτερικαί εμφανίσεις του νοεδμήτου κτιρίου είναι ανώτεραι πολλών μεγάλων κινηματογράφων της Ευρώπης, ο εσωτερικός διάκοσμος πλουσιώτατος τελείως μοντέρνος. Η ηλεκτρική εγκατάστασις του τόσον της προσόψεως όσον και η εσωτερική, χάρμα οφθαλμών, πρωτοφανής δια την Ελλάδα. Εν ολίγοις από απόψεως εμφανίσεως, εσωτερικής διαρρυθμίσεως, πλούτου και ανέσεως, είνε εκ των ολίγων Κινηματογράφων της Ελλάδος, είμεθα βέβαιοι ότι και αι Αθήναι στερούνται ομοίου τοιούτου. 14
Στη Θεσσαλονίκη όμως που ο κινηματογραφικός πυρετός έχει καταλάβει τους πάντες οι δαιμόνιοι επιχειρηματίες στήνουν κινηματογράφους στα πιο απίθανα μέρη. Το Γενή Χαμάμ μετατρέπεται το 1925 στον κινηματογράφο ΑΙΓΛΗ, μια μεγάλη αποθήκη στο ΜΟΝΤΕΡΝ και το τζαμί Χαμζά Μπέη στο ΑΛΚΑΖΑΡ! Αυτό όμως που πρέπει να αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία είναι το σινέ “GERUSALEME”. Περιγράφει ο Κ. Τομανάς:
Ένα πρωτότυπο θερινό σινεμά ήταν το GERUSALEME. Ένα μεγάλο ιστιοφόρο που, χωρίς τα κατάρτια του, ήταν αραγμένο κοντά στο μουράγιο, απέναντι από το σημερινό καφενείο ΑΙΓΑΙΟΝ. Το μετέτρεψε σε θερινό κινηματογράφο ένας τετραπέρατος εβραίος επιχειρηματίας. Μια φαρδιά σανίδα με κάγκελα εκατέρωθεν, οδηγούσε από το μουράγιο στο κατάστρωμα, όπου είχαν τοποθετηθεί τα καθίσματα και η οθόνη, ένα μεγάλο λευκό καραβόπανο, που κυμάτιζε σαν σημαία στο βραδινό αεράκι, με αποτέλεσμα οι εικόνες να μην είναι και τόσο καθαρές.
Οι ταινίες που έπαιζε το πλωτό αυτό σινεμά ήταν δευτέρας προβολής, αυτό όμως δεν ενδιέφερε και τόσο τον κόσμο, που πήγαινε εκεί για ν’ απολαύσει τον δροσερό μπάτη πίνοντας την γκαζόζα, το σινάλκο ή τη γρανίτα του.
Μόνιμη πελατεία του σινέ GERUSALEME ήταν οι εβραϊκές οικογένειες που έμεναν στον Δεύτερο μώλο, τη σημερινή οδό Προξένου Κορομηλά, και στην οδό Μητροπόλεως. Τα καλοκαιρινά βράδια έφευγαν από τα σπίτια τους, σωστά καμίνια, και πήγαιναν στη θάλασσα για να δροσιστούν. E per divertimento, “και για διασκέδαση”, έλεγαν μερικοί στα ιταλικά.”
Είναι τον Ιούλιο του 1925 που ο ανταποκριτής του Κινηματογραφικού Αστέρος στη Θεσσαλονίκη επισημαίνει την παρουσία στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης ενός πλωτού κινηματογράφου με το όνομα «Κουρσάλ». Στις 2 Αυγούστου, κι αφού πήρε γεύση από μια προβολή πάνω στο πλοίο, τηλεγραφεί: «Κουρσάλ. Κάθε βράδυ, συγκεντρώνει αρκετόν πλήθος κόσμου, που ζητεί να βρή λίγη δροσιά στον πρωτότυπον αυτόν πλωτόν κινηματογράφο. Και είνε αλήθεια απόλαυσις να περνά κανείς την ώρα του στο πρωτότυπο αυτό κέντρον, προ παντός ότι λικνίζεται από ελαφρά κύματα». Το μόνο παράπονό του είναι ότι προβάλλει παλιές ταινίες.
Αλλά έρχεται το φθινόπωρο και μαζί το τέλος του «Κουρσάλ» κι η απομυθοποίησή του: «Το Κουρσάλ, ο περίφημος πλωτός Κινηματογράφος έλαβε πάλιν την μορφήν παληομαούνας και κατέλαβε την προτέραν του θέσιν μεταξύ των ρημαγμένων καραβιών». (σχετική με τον πλωτό κινηματογράφο η ταινία μου “Κουρσάλ”)
Στη Θεσσαλονίκη, κατ εξοχήν λαϊκοί κινηματογράφοι ήταν αυτοί της παραβαρδάριας περιοχής, το Αττικόν, το Πάνθεον και το Σπλέντιτ αλλά και το Μόντερν της παραλίας. Στον τελευταίο η πελατεία ήταν σχεδόν εβραϊκή που έδινε ένα ιδιαίτερο πολιτιστικό χρώμα και στα κινηματογραφικά δρώμενα της πόλης. Ο Αιμ. Δημητριάδης θυμάται:
Το Σάββατο, μέρα αργίας για τους Εβραίους, τους έδινε την ευκαιρία να παρακολουθήσουν το έργο του «ΜΟΝΤΕΡΝ» οικογενειακώς. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, πεθερές και θείες καταλάμβαναν από νωρίς τα καθίσματα των πρώτων σειρών της αίθουσας για να απολαύσουν το έργο τουλάχιστον δυο φορές. Έτρωγαν σακούλες πασατέμπο που τα τσόφλια τους άσπριζαν το πάτωμα σαν χιόνι και έπιναν γκαζόζες και σινάλκο σχολιάζοντας ή επεξηγώντας δυνατά στη γλώσσα τους, στους γέρους και τα παιδιά, την εξέλιξη του έργου. Τη δεύτερη μάλιστα φορά που το έβλεπαν προέλεγαν τι θα γίνει μετά. Κακή συνήθεια τηε εποχής που συνηθιζόταν στους κινηματογράφους, αυτοί που έβλεπαν για δεύτερη και τρίτη φορά την ίδια μέρα το έργο να προαναγγέλουν μεγαλοφώνως την εξέλιξή του.
Και επειδή η ψυχαγωγία είναι μεν καλή, αλλά μόνον όταν δεν ακολουθείται από αλόγιστη σπατάλη, όταν ο πασατέμπος, άναβε τα σωθικά τους και αναγκάζονταν, ύστερα από τη γκρίνια των παιδιών να δωθεί η παραγγελία για την περιπόθητη γκαζόζα, ακουγόταν η φωνή του μπαμπά να δίνει την εντολή στους πιτσιρικάδες που γύρναγαν στους διαδρόμους.
- Παιδί. Ούνα γκαζόζα α κάτρο μέδιο. (Μια γκαζόζα στα τέσσερα).
Δηλαδή σε 4 ποτήρια. Όσα τα μέλη της οικογένειας.
Ο προσφυγόκοσμος της λεγόμενης συμπρωτεύουσας προτιμούσε την Αίγλη, το πρώην Γενή Χαμάμ, και το Αλκαζάρ, το πρώην Χαμζά Μπέη τζαμί, που πρόβαλαν συχνά τούρκικες ταινίες. Η προσφυγική Τούμπα αποκτά τον πρώτο κινηματογράφο της γύρω στο 1924. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, ένα παράπηγμα που χρησίμευε σαν αποθήκη στρατιωτικού υλικού τα έτη 1915-22. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση των ξεριζωμένων και αργότερα, όταν χτίστηκαν τα σπιτάκια, στέγασε τα όνειρα…
Αυτά συνέβαιναν όταν ο κινηματογράφος ήταν βωβός. Μετά άρχισε να βγάζει ήχους. «Μετά το 1927, θυμάται ο Θεσσαλονικιός κινηματογραφιστής Σαμ Προφέτα, «ήρθε αυτή που λέγαν “ηχητική άδουσα”. Και είχε ήχο μόνο όταν περπατούσε κανένα τραμ, ή ξέρω γω, κανένα τραγουδάκι. Το οποίον ήτανε με δίσκους. Ο δίσκος έπαιζε στο γραμμόφωνο δίπλα στη μηχανή προβολής, μόνο που αρχινούσε από το τέλος κι ερχόταν προς την αρχή. Έπαιζε ταυτόχρονα με την ταινία. Ήταν δύσκολο αλλά το συγχρονίζαμε”.
Ο κινηματογράφος «Εθνικόν» ήταν που παρουσίασε πρώτος στη Θεσσαλονίκη ηχητική ταινία αλλά απογοήτευσε γιατί δεν υπήρχε σωστός συγχρονισμός εικόνας και ήχου.
Τον Ιανουάριο του 1930 το Αττικόν προβάλει την ταινία «Ο τρελός τραγουδιστής» με τον Αλ Τζόλσον, παραγωγής 1928. Πρόκειται για τη δεύτερη ομιλούσα ταινία του αμερικάνου ηθοποιού του οποίου η πρώτη, «Ο τραγουδιστής της τζάζ», του 1927, θεωρείται σαν η πρώτη ομιλούσα ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου. Χιλιάδες αθηναίοι έσπευδαν καθημερινά στο Αττικόν για να θαυμάσουν τον Τζόλσον, έβλεπες δε πολλούς από αυτούς να κλαίνε με λυγμούς γιατί η υπόθεση του έργου ήταν πολύ τραγική! Τεράστια επιτυχία σημείωσε η ταινία και στη Θεσσαλονίκη όπου προβαλλόταν για δύο μήνες στο «Παλάς» και το «Διονύσια» και στη συνέχεια σε όλους τους κινηματογράφους της πόλης προκαλώντας τους ανάλογους ποταμούς δακρύων.
Ο ανταποκριτής του Κινηματογραφικού Αστέρος στη Θεσσαλονίκη τηλεγραφεί με αγωνία 6 Απριλίου 1930: «Η κρίση την οποίαν διέρχονται οι ομιλούντες κινηματογράφοι της πόλεώς μας είναι αφάνταστος παρατηρουμένη δια πρώτην φοράν εις την πόλιν μας». Στις 27 Απριλίου επανέρχεται:
«Δυστυχώς αι προβλέψεις μου δια την τύχην του ομιλούντος κινηματογράφου εις την πόλιν μας επαληθεύουν. Ίσως τούτο να οφείλεται εις την έλλειψιν εκ των μηχανημάτων προβολής του ειδικού μηχανισμού δια την προβολήν ταινιών ομιλουσών κατά το σύστημα Μούβιτον, το οποίον είναι και το τελειότερον και εξ΄αφορμής του οποίου δεν δύναται να προβληθούν εν Θεσσαλονίκη τόσαι ωραίαι ταινίαι, δεδομένου ότι και αι πλείσται των προβληθεισών ως ομιλουσών είχαν προβληθή προηγουμένως ως βωβαί. Ήδη τα Διονύσια προβάλλουν βωβάς ταινίας, προσληφθείσης της ορχήστρας εκ νέου».
Ο ανταποκριτής του περιοδικού Παρλάν στη Θεσσαλονίκη προσπαθεί να εντοπίσει του λόγους της κρίσης.
Δεν γνωρίζω εάν πρέπει να αποδοθή το τοιούτον εις την μεγάλην οικονομικήν κρίσιν, ήτις μαστίζει την αγοράν μας. Εν πάσει περιπτώσει οι εισπράξεις επί των ηχητικών και ομιλουσών ταινιών είναι μικρότεραι κατά 20% των εισπράξεων επί των μεγάλων ταινιών της βωβής τέχνης. Το τοιούτον είναι έτι μάλλον αληθές καθ ότι οι κινηματογράφοι έχουν μεγαλύτερας εισπράξεις, τα έξοδά των όμως έχουσιν κατά πολύ αυξηθή από την ενοικίασιν των ταινιών (μια μεγάλη ομιλούσα ταινία φθάνει τας 75.000 φρ. ενοικιάσεως, ενώ η μεγαλυτέρα ταινία βωβής τέχνης δεν υπερέβη τας 25.000 φρ.), μέχρι των εξόδων μιας πολυδαπάνου διαφημίσεως, ήτις προκαλείται από τον συναγωνισμόν, όστις υφίσταται μεταξύ των κινηματογράφων.
Πάντως ο συντάκτης του άρθρου ελπίζει σε μια «καλλιτέραν επαύριον δια τας αίθουσας» επειδή βλέπει ότι ο ομιλών αποκτά καθημερινώς νέους οπαδούς. Και δεν έπεσε έξω.
Στις 9 Απριλίου 1940 οι Γερμανοί μπαίνουν στη Θεσσαλονίκη. Μία από τις πρώτες διαταγές που έδωσαν ήταν να ανοίξουν οι κινηματογράφοι για να δείξουν ότι η ζωή ξαναρχίζει ειρηνικά κάτω από τη δική τους υψηλή προστασία.
Ηλύσια
Οι γερμανικές αρχές είχαν επιτάξει ορισμένους κινηματογράφους και τους διέθεταν για τη ψυχαγωγία των στρατιωτών τους. Έτσι, στην Αθήνα το Αττικόν μετατρέπεται σε Soldaten Kino Victoria, το Απόλλων σε Kino Apollo, ενώ οι άλλοι κινηματογράφοι υποχρεώνονται να αναγράφουν τους τίτλους των έργων εκτός από ελληνικά, στα γερμανικά και ιταλικά. Στη Θεσσαλονίκη, τα Διονύσια μετατρέπονται σε Soldaten Kino, το Πατέ σε Germania Kino και το Παλλάς σε Frontbuhne. Κάποιους κινηματογράφους «παραχώρησαν» στους ιταλούς. Σε έναν από αυτούς, τα ΗΛΥΣΙΑ, γίνονταν διαφορετικά και εξαιρετικά ενδιαφέροντα πράγματα. Το γεγονός καταγράφει ο Κώστας Τομανάς:
Στην Κατοχή, οι γερμανοί παραχώρησαν τα ΗΛΥΣΙΑ στους ιταλούς για την ψυχαγωγία των στρατιωτών τους. Οι ιταλοί επέτρεπαν την είσοδο και σε έλληνες, φτάνει να μη καθόντουσαν στην πλατεία, που τα καθίσματά της προορίζονταν αποκλειστικά για τους ιταλούς. Όπως όμως συμβαίνει ανέκαθεν στην Ελλάδα – και στην Ιταλία – οι απαγορεύσεις δεν τηρούνταν απόλυτα. Στο μισοσκόταδο, οι γκλοριόζι σολντάτοι συναδελφώνονταν με τους δικούς μας, έδειχναν τις φωτογραφίες των οικογενειών τους, μιλούσαν εναντίον του πολέμου, του Μουσολίνι και του φασισμού και στο τέλος έκαναν κι ανταλλαγές και αγοραπωλησίες αγαθών.
Το 1964 στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν 54 αίθουσες που το 1970 φτάνουν τις 98.
Από τους κινηματογράφους της νέας εποχής που ξεχωρίζουν αναφέρουμε
Το Ολύμπιον μέγαρο στην πλατεία Αριστοτέλους στη Θεσσαλονίκη (1947-1950) που περιλάμβανε μία υπόγεια αίθουσα όπου λειτουργούσε κινηματογράφος επικαίρων, ισόγειο και τέσσερις ορόφους διαμερισμάτων με δύο κινηματοθέατρα.
Μακριά από τον ανταγωνισμό των επιχειρηματιών, ο κόσμος στις γειτονιές απολαμβάνει τη δημιουργία ολοένα περισσότερων κινηματογράφων γιατί απλούστατα του δίνεται μεγαλύτερη δυνατότητα επιλογής ταινιών χωρίς να απομακρύνεται πολύ από το σπίτι του. Κι επιπλέον, δίνεται η δυνατότητα και στο μωρό και στη γιαγιά με το μπαστούνι να δει σινεμά κι ας μην ξέρει να διαβάσει τους υπότιτλους. Είναι ο θρίαμβος του σινεμά Β΄προβολής.
Έτσι τα θυμάται ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης:
Τα συνοικιακά σινεμά του ΄60 και του 70 ήταν στην πραγματικότητα Γραφεία Ταξιδίων. Με εισιτήριο ελάχιστες δραχμές οργώναμε τις Πέντε Ηπείρους, ανεβοκατεβαίναμε τις κλίμακες των αιώνων, ήμασταν πανταχού παρόντες, έχοντας εξασφαλισμένη θέση συνοδηγού στο πούλμαν που πήγαινε στα Μεγάλα Όνειρα.
Αλλά πάντα δεν ήταν έτσι; Ακόμα και τώρα , με τα VILLAGE CENTER. Το σινεμά ήταν και είναι πάντα το ίδιο, απλώς οι πραγματικές συνθήκες ήταν εντελώς διαφορετικές κι εξαιτίας τους έπαιρνε μυθική διάσταση η τελετή της προβολής και γινόταν αποπλανητικά απολαυστικό ακόμα και το πιο ασήμαντο εργάκι.
Η φτώχεια θέλει καλοπέραση και το φοιτηταριό κουλτούρα. Από τους ντουμανιασμένους εξώστες των Β΄προβολής κι από τις κατηφορικές πλατείες βλέπαμε με μαγεμένο μάτι τη σκόνη της αίθουσας να αιωρείται στη φωτεινή δέσμη, ο στριγκός βόγκος της μηχανής προβολής δεν μας ενοχλούσε και χωρίς dolby surround η μαγεία ήταν δεκαπλάσια.
Η φτώχεια ποτέ δεν έκανε κακό στο σινεμά. Απεναντίας. Η στέρηση πολλαπλασιάζει τον πόθο. Οι λάσπες της συνοικίας, το στριμωξίδι, το αναπόφευκτο κολλητήρι, το μελό, οι βρεμένες γιγαντοαφίσες στην είσοδο, το ταληράκι ή, λίγο αργότερα, το εικοσάδραχμο, η βαριά ανθρωπίλα της αίθουσας, οι παρέες με τα πέτσινα που χασκογελούσαν συνέχεια, οι γριές που μετέφραζαν, ή που διάβαζαν φωναχτά η μια στην άλλη, δεν επηρέαζαν αρνητικά την μαγγανεία του Μεγάλου ταξιδιού. Ποσώς.
Η αφραγκία μυθοποιούσε το εισιτήριο και οι δυσκολίες ήταν το καλύτερο αιρκοντίσιον.
Τα ξύπνια φτωχόπαιδα με τη λευκή ποδιά και το καλάθι γεμάτο με ροξ και μπαγιάτικα σάντουιτς που χαμηλόφωνα, πυρετικά, ξεπουλούσαν στους διαδρόμους ακόμα και την ώρα της προβολής, οι πρωινοί που δεν έλεγαν να φύγουν, ο ψηλέας μπροστά με το ποντιακό κεφάλι, ο διπλανός που όχι σπάνια άπλωνε χέρι, ο απαίσιος φωτισμός της αίθουσας και φθαρμένη κόπια, τίποτε, μα τίποτε δεν μπορούσε να αλλάξει την απόφαση της απόλαυσης. Δεν ήταν ότι βλέπαμε τόσο πολύ τι γινόταν στην οθόνη, ήταν ότι ταυτόχρονα ονειρευόμασταν το Μέγα Ακατόρθωτο, οπότε δεν μας άγγιζε τίποτα. Ήμασταν διαφανείς κι ανέγγιχτοι. Μη μου άπτου.
Εντελώς διαφορετική αίσθηση των λαϊκών κινηματογράφων από τον Γιώργο Ιωάννου:
Τα συνοικιακά είναι χειρότερα από τα πρώτης προβολής. Εκεί ο κόσμος πηγαίνει παρέες παρέες ή οικογενειακώς. Είναι γεμάτα παιδιά, χοντρές γυναίκες, που ο άντρας τους μπεκρολογάει στην ταβέρνα, και εξοργιστικές γριές. Όταν ανάβουν τα φώτα η κατάσταση είναι απελπιστική. Τα καθεαυτού λαϊκά σινεμά βρίσκονται στους μεγάλους εμπορικούς δρόμους, κοντά στις αγορές και στα πρακτορεία αυτοκινήτων. Κατά κανόνα σ΄ αυτά δε συχνάζουν γυναίκες, κι όμως είναι γεμάτα άντρες απ΄ το πρωί. Τις καθημερινές έχουν πολύ κόσμο, ιδίως όταν παίρνει να βραδιάζει. Τότε καταφθάνουν οι χτίστες, οι σιδεράδες, οι σωφέρηδες, οι μικροϋπάλληλοι, οι φαντάροι. Τον μορφωμένο τον μυρίζονται αμέσως. Αυτό πολύ με ενοχλεί.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
για την ιστορία του Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη (σημ. αυτή η βιβλιογραφία γράφτηκε το 2001. Πιθανόν να έχουν γραφτεί κι άλλα βιβλία)
Α) Βιβλία
- Οι κινηματογράφοι της Παλιάς Θεσσαλονίκης, του Κώστα Τομανά, Θεσσαλονίκη 1993.
Αναφορά στους κινηματογράφους της πόλης και τις ταινίες που έπαιζαν την περίοδο 1897-1944.
- Φιλμογραφία της Θεσσαλονίκης, του Μάκη Σερέφα, εκδόσεις Εντευκτηρίου 1992.
Οι ταινίες, ελληνικές και ξένες, που γυρίστηκαν στη Θεσσαλονίκη.
- Κινηματογραφημένη Θεσσαλονίκη, επιμέλεια Περικλή Δεληολάνη, έκδοση της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας 1997.
Περιλαμβάνει κείμενα των Περικλή Δεληολάνη, Μάκη Σερέφα, Βασίλη Κεχαγιά, Γιώργου Τούλα και πλήρη φιλμογραφία μικρού και μεγάλου μήκους ταινιών.
- «ΦΟΙΝΙΞ ΑΓΗΡΩΣ»- Η Θεσσαλονίκη του 1925-35, του Αιμίλιου Δημητριάδη, Παρατηρητής 1994.
Δεκατέσσερις σελίδες για τον κινηματογράφο της περιόδου 1927-1935. Εκτεταμένη αναφορά στην ταινία για τον «Καπετάν Γιαγκούλα» που γύρισε το 1928 ο Κομινάκης.
- Παλιά Θεσσαλονίκη και ιστορική διαδρομή της ΔΕΘ, της Νίνα Κοκαλίδου-Ναχμία, Παρατηρητής 1996.
Σε ξεχωριστό κεφάλαιο αναφορά στον κινηματογράφο της πόλης την εποχή του βωβού αλλά και στον ερχομό του ομιλούντος.
- Σινεμά ο Παράδεισος – Οι κινηματογράφοι της Θεσσαλονίκης που άφησαν εποχή, του Γιώργου Αναστασιάδη, Ιανός 2000.
Μια διαδρομή στους χειμερινούς και θερινούς κινηματογράφους της Θεσσαλονίκης μέσα από βιώματα, λογοτεχνικά αποσπάσματα, φωτογραφίες και διαφημίσεις.
- Το Σινε Πανόραμα, της Ελένη Γερασιμίδου, Περίπλους.
Αφηγήσεις των παιδικών χρόνων της γνωστής ηθοποιού από τον τότε προσφυγικό οικισμό Πανόραμα Θεσσαλονίκης. Περιλαμβάνει μικρή αναφορά στον κινηματογράφο Πανόραμα που δεν υπάρχει πια.
- Στα Παλιά τα Σινεμά – Το χρονικό των κινηματογράφων στην Ελλάδα, του Νίκου Θεοδοσίου, εκδ. ΦΙΝΑΤΕΚ 2000.
Το χρονικό καλύπτει γεωγραφικά όλη την Ελλάδα αλλά περιλαμβάνει πολλές αναφορές στους κινηματογράφους της Θεσσαλονίκης.
- Τα λαϊκά σινεμά, διήγημα του Γιώργου Ιωάννου στο βιβλίο «Για ένα φιλότιμο», Κέδρος 1980. Στο βιβλίο «Το δικό μας αίμα» περιλαμβάνεται η προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα για τον κινηματογράφο «Αχίλλειον».
Β) Αφιερώματα-άρθρα
- Ένθετο στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 1994, με τίτλο «Σινεμά στο Μεσοπόλεμο».
Περιλαμβάνει κείμενα των Γιώργου Αναστασιάδη, Γιώργου Σκαμπαρδώνη, Αλέξη Δερμεντζόγλου, μια συνέντευξη με τον Σαμ Προφέτα κ.α.
- Επιλογές, κυριακάτικο ένθετο περιοδικό της εφημερίδας Μακεδονία, Απρίλιος 1998.
Περιλαμβάνει το άρθρο «Ε, κύριος, φύγε από τη μέση! Γυρίζουμε ταινία!» του Μάκη Σερέφα. Αναφορά στις ταινίες που γυρίστηκαν στη Θεσσαλονίκη και στις αντιδράσεις των Θεσσαλονικιών.
- Επτά Ημέρες της Καθημερινής, 6 Νοεμβρίου 1994.
Αφιέρωμα στο Φεστιβάλ με τίτλο «35 χρόνια Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης». Επιμέλεια Μαρίας Κατσουνάκη. Περιλαμβάνει κείμενα των Γ. Μπακογιαννόπουλου, Ν. Μπακόλα, Β. Ραφαηλίδη, Ιάκωβου Καμπανέλλη κλπ.
- Τάμαριξ, «Τα σινεμά της συνοικίας», τεύχος 8, Νοέμβριος 1997, έκδοση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του οργανισμού της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας «Θεσσαλονίκη 1997»
Περιλαμβάνει κείμενα των Γιώργου Σκαμπαρδώνη (Το β΄ προβολής μεσουρανεί), Βούλας Παλαιολόγου (Οι σινεμάδες-οδοιπορικό στους συνοικιακούς κινηματογράφους που δεν υπάρχουν πια), Γιώργου Τούλα (Ένα σινεμά κάποτε), Σπύρου Λαζαρίδη (Εις μνήμην) κ.α.
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα.